Wednesday 26th April 2017,
Από Κοινού – Κίνηση Αποανάπτυξης Τρικαλινών Πολιτών

Γλωσσάρι

Το γλωσσάρι της απο-ανάπτυξης

– Αισθητικός κίνδυνος: υποβάθμιση των φυσικών τοπίων ή των τοποθεσιών πάνω στις οποίες έχει παρέμβει ο άνθρωπος (στην πόλη όπως και στην ύπαιθρο), η οποία προκλήθηκε από την οικονομική δραστηριότητα (παράδειγμα: η εκμετάλλευση ενός ανθρακωρυχείου).

– Αλλο-οικονομολόγοι: οικονομολόγοι οπαδοί μιας άλλης παγκοσμιοποίησης, μιας άλλης μεγέθυνσης, μιας άλλης ανάπτυξης ή μιας άλλης οικονομίας.

– Αντιπαραγωγικότητα: αρνητικό αποτέλεσμα που προκαλείται από τη μεγέθυνση ενός συστήματος ή ενός θεσμού πέρα από ένα ορισμένο κατώφλι (αυτοκίνητο, σχολείο, ιατρική…).

– Απαξία: λέξη την οποία εισήγαγε ο Ίλλιτς για να δηλώσει «την απώλεια που δεν θα μπορούσε να εκτιμηθεί με οικονομικούς όρους». Μια απώλεια την οποία στην ουσία δεν μπορεί να εκτιμήσει ο οικονομολόγος. Για παράδειγμα, «δεν υπάρχει κανένας τρόπος να εκτιμήσουμε αυτό που συμβαίνει σε ένα άτομο το οποίο χάνει την πραγματική χρήση των ποδιών του επειδή το αυτοκίνητο ασκεί ριζικό μονοπώλιο πάνω στη μετακίνηση. Αυτό το οποίο στερείται το άτομο αυτό δεν ανήκει στον χώρο της σπανιότητας».

– Αποκατανάλωση: σύμφωνα με το Concise Oxford Dictionary το downshift σημαίνει «ότι τροποποιούμε το στυλ της ζωής μας και επιλέγουμε ένα άλλο, που προκαλεί λιγότερο στρες». Με άλλα λόγια, είναι το να εργαζόμαστε, να παράγουμε, να ξοδεύουμε και να καταναλώνουμε λιγότερο αντιδρώντας στον υπερκαταναλωτισμό.

– Αποτέλεσμα αναπήδησης: «αύξηση της κατανάλωσης που συνδέεται με τη μείωση των ορίων χρησιμοποίησης μιας τεχνολογίας· τα όρια αυτά μπορεί να είναι νομισματικά, χρονικά, κοινωνικά, σωματικά, συνδεδεμένα με την προσπάθεια, τον κίνδυνο, την οργάνωση […]. Το Τρένο υψηλής ταχύτητας (TVG) πάει πιο γρήγορα, άρα μετακινούμαστε πιο μακριά και πιο συχνά. Το σπίτι έχει καλύτερη μόνωση, άρα γλυτώνουμε χρήματα, αγοράζουμε ένα δεύτερο αυτοκίνητο. Οι λάμπες φθορίου δαπανούν λιγότερο ρεύμα, άρα τις αφήνουμε ανοικτές. Το Ίντερνετ απο-υλοποιεί την πρόσβαση στην πληροφορία, άρα χρησιμοποιούμε περισσότερο εκτυπωτικό χαρτί. Υπάρχουν περισσότεροι δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας, άρα η οδική κυκλοφορία αυξάνεται… Οι αποτελεσματικές τεχνολογίες παρακινούν στην αύξηση της κατανάλωσης, άρα το κέρδος υπεραντισταθμίζεται από μια αύξηση των ποσοτήτων που καταναλώνονται» (Francois Schneider).

– Βιοοικονομία: όνομα που έχει δοθεί στον κλάδο που επιχειρεί, ακολουθώντας τον Nicholas Georgescu-Roegen, να σκεφτεί την οικονομία στους κόλπους της βιόσφαιρας, δηλαδή ανοικτή στη λογική του έμβιου.

– Βιοπεριφέρειες: φυσικές περιφέρειες όπου τα κοπάδια, τα φυτά, τα ζώα. τα νερά, η γη και οι άνθρωποι αποτελούν ενιαίο και αρμονικό σύνολο.

– Διαρκής ανάπτυξη: σύμφωνα με την αναφορά Brundtland, πρόκειται για έναν «τρόπο ανάπτυξης ο οποίος επιτρέπει την ικανοποίηση των παρουσών αναγκών χωρίς να βάζει σε κίνδυνο την ικανότητα των μελλουσών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους». Με άλλα λόγια, «μια διαδικασία αλλαγής μέσω της οποίας η εκμετάλλευση των πόρων, ο προσανατολισμός των επενδύσεων, οι τεχνικές και θεσμικές αλλαγές βρίσκονται σε αρμονία».

– Εντροπία: κατονομάζει την μη αντιστρεπτή διαδικασία της απώλειας της ενέργειας. Η μηχανική ενέργεια η οποία χρησιμοποιείται από τη βιομηχανία μετατρέπεται κυρίως σε θερμότητα· αυτή η θερμική ενέργεια, μόλις διασκορπιστεί, δεν μπορεί να ξαναγίνει μηχανική ενέργεια χωρίς καινούργια παροχή ενέργειας. Η αρχή αυτή, την οποία ανακάλυψε ο Sadi Carnot το 1824, επεκτάθηκε στην οικονομία από τον Nicholas Georgescu-Roegen.

– Εξωτερικότητα: σχέση ανάμεσα σε οικονομικούς συντελεστές (τις περισσότερες φορές του παραγωγού προς τον καταναλωτή) η οποία έχει αρνητική ή θετική επίδραση στην ευημερία τους, χωρίς να είναι διαμεσο-λαβημένη από το σύστημα τιμών. Αυτός ο τύπος σχέσης αποτελεί μέρος των «αποτυχιών της αγοράς» (market failures).

– Θιασώτης της στασιμότητας: θιασώτης της στάσιμης κατάστασης.

– Θιασώτης του κέρατος της Αμαλθείας: κυριολεκτικά, αυτός που πιστεύει στο κέρας της Αμάλθειας (αφθονίας). Κατ’ επέκταση, τυφλή πίστη στην επιστήμη, την πρόοδο και την τεχνική.

– Μεγέθυνση: «είναι η αύξηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, δηλαδή η αύξηση του όγκου όλων των παραγωγών αγαθών και υπηρεσιών που πωλούνται, ή που στοιχίζουν νομισματικά, παραγόμενες από την αμειβομένη εργασία» (Jean Gadrey).

– Μέγιστη βιώσιμη απόδοση: μέγιστη ποσότητα πόρων η οποία είναι ικανή να αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης κάθε περίοδο χωρίς να θίγει την ικανότητα ανάπλασης τους (παραδείγματα: τα δάση, η αλιεία).

– Οικοαποδοτικότητα: οικονομία εισροών (πρώτες ύλες, ενέργεια και ενδιάμεσα προϊόντα) η οποία εισέρχεται στην παραγωγή των καταναλισκόμενων προϊόντων εξαιτίας της τεχνικής προόδου και η οποία είναι ικανή να μειώσει σταδιακά τον οικολογικό αντίκτυπο και την ένταση ανάληψης των φυσικών πόρων. Έτσι, η ενεργειακή ένταση για να παράγουμε ένα ευρώ ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος ελαττώνεται κατά 0,7% μέσο όρο ετησίως στην Ευρώπη από το 1991.

– Οικοϊσολογισμός: ονομάζεται επίσης ανάλυση του κύκλου ζωής (ACV-analyse du cycle de vie): «ένας πο-σοτικοποιημένος ισολογισμός των εισερχόμενων και εξερχόμενων ροών ύλης και ενέργειας στα σύνορα ενός συστήματος που είναι αντιπροσωπευτικό του κύκλου ζωής ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας» (Yves Cochet).

– Οικοκαπιταλισμός: σύλληψη ενός καπιταλισμού που σέβεται το γήινο οικοσύστημα. Συναντάμε στο κέντρο της προσέγγισης της οικοσυμβατής καπιταλιστικής ανάπτυξης, την οικοαποδοτικότητα και τις στρατηγικές «εδώ κερδίζουν όλοι» (win-win) τις οποίες υποστηρίζουν οι Επιχειρήσεις για το περιβάλλον, το σύνθημα των οποίων είναι: «Οικολογία όχι ιδεολογία!» Το ρεύμα της «βιομηχανικής οικολογίας» προσπάθησε να θεωρητικοποιήσει αυτή την προσέγγιση στηριζόμενο στην καμπύλη του Kuznets.

– Οικολογικό αποτύπωμα: «το οικολογικό αποτύπωμα ενός πληθυσμού αντιπροσωπεύει την γήινη παραγωγική επιφάνεια εδαφών και ωκεανών που χρειάζεται για να παράσχει τους πόρους οι οποίοι καταναλώθηκαν από τον πληθυσμό αυτό και για να αφομοιώσει τα απόβλητα και άλλα απορρίμματα του» (Mathis Wackernagel).

– Οικοπεριφέρειες: (Ι.δθΛδ) βλέπε Βιοπεριφέρειες.

– Οικοσοσιαλισμός: οικολογικός σοσιαλισμός, δηλαδή συμβατός με τις ικανότητες αναγέννησης της βιόσφαιρας.

– Παγκοσμιο-τοπικό: η σχετική συρρίκνωση του εθνικού στο Βορρά και των κηδεμονιών του, η οποίοι προκλήθηκε από την παγκοσμιοποίηση, επανενεργοποιεί το «περιφερειακό» και το «τοπικό». Έπλασαν τη λέξη «παγκοσμιο-τοπικό» για να κατονομάσουν αυτή την καινούργια άρθρωση του παγκόσμιου και του τοπικού. Τις περισσότερες φορές, αυτή η εργαλειοποίηση του τοπικού από το παγκόσμιο χρησιμεύει σαν άλλοθι στη συνέχιση της ερημοποίησης του κοινωνικού ιστού και δεν είναι παρά ένα τσιρότο κολλημένο πάνω σε μια πληγή που χάσκει, μ’ άλλα λόγια ένας λόγος αυταπάτης και αντιπερισπασμού.

– Παραγωγισμός: απεριόριστη αύξηση της παραγωγικής δύναμης προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτηση για κοινωνική ευημερία μέσα από τη λογική της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, που έχουν απελευθερωθεί από την ιδιωτική ιδιοκτησία και έχουν τεθεί στην υπηρεσία του προλεταριάτου, για τον μαρξισμό, και μέσα από τη δυναμική των μηχανισμών της αγοράς, εξαλείφοντας τα εμπόδια προς τη λειτουργία του, για τον καπιταλισμό.

– Παράδοξο του Jevons: βλέπε αποτέλεσμα αναπήδησης.

– Συμβιωτικότητα: η συμβιωτικότητα, αρχικά το γεγονός ότι ζούμε και κυρίως ότι τρώμε μαζί, προήλθε από την προσπάθεια του Ιβάν Ίλλιτς να κατονομάσει την ικανότητα μιας ανθρώπινης συλλογικότητας να αναπτύσσει αρμονικές ανταλλαγές ανάμεσα στα άτομα και στις ομάδες που την αποτελούν όπως επίσης και να υποδέχεται ό,τι είναι ξένο προς αυτήν.

– Σχεσιακά αγαθά: εμπορευματικές υπηρεσίες (και ακόμη περισσότερο μη εμπορευματικές) με έντονο διαπροσωπικό περιεχόμενο, που κυμαίνονται από το μπέιμπι σίτινγκ μέχρι τη συντροφιά σε ετοιμοθάνατους, περνώντας από τη φιλία και την αγάπη, αλλά επίσης το μασάζ ή την ψυχανάλυση.

– Υπερανάπτυξη: κατονομάζει το γεγονός της αύξησης της παραγωγής πέρα από κάθε «λελογισμένη» αναγκαιότητα, εξ ου υπερπαραγωγή και υπερκατανάλωση.

– Υποκαταστασιμότητα των συντελεστών: (κεφάλαιο/φύση): υπόθεση σύμφωνα με την οποία μια αυξημένη ποσότητα εξοπλισμών, γνώσεων και αρμοδιοτήτων πρέπει να μπορέσει να πάρει τη σκυτάλη από μικρές ποσότητες φυσικού κεφαλαίου για να εξασφαλίσει τη διατήρηση, μέσα στον χρόνο, των ικανοτήτων παραγωγής και ικανοποίησης της ευημερίας των ατόμων.